Άρθρο του Διονύση Καλαματιανού, Βουλευτή Ηλείας, Γραμματέα της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Πατρίς»

Διανύουμε μια περίοδο βαθιάς και πολυεπίπεδης αβεβαιότητας στο διεθνές περιβάλλον. Οι γεωπολιτικές ισορροπίες μεταβάλλονται, οι διεθνείς κανόνες καταπατούνται και η επιβολή της ισχύος απειλεί να αντικαταστήσει το Διεθνές Δίκαιο.

Οι ραγδαίες εξελίξεις που σημειώνονται δεν αφήνουν κανένα περιθώριο εφησυχασμού. Αυτό που προκύπτει το τελευταίο χρονικό διάστημα μέσα από τις παρεμβάσεις του Αμερικανού Προέδρου Τραμπ είναι η ευθεία υπονόμευση και αμφισβήτηση του Διεθνούς Δικαίου και της εθνικής ανεξαρτησίας των κρατών. Δεν είναι υπερβολή να μιλήσουμε για μια συνθήκη που τείνει να παγιωθεί, με τον νόμο του ισχυρού να γίνεται ο κανόνας της διεθνούς τάξης.

Οι κινήσεις Τραμπ δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά αλλά ένα εν εξελίξει αναθεωρητικό σχέδιο. Σε αυτό εντάσσεται και η υπόθεση της Γροιλανδίας. Βεβαίως, είχε προηγηθεί η ωμή παρέμβαση στη Λατινική Αμερική και συγκεκριμένα στη Βενεζουέλα.

Η λογική του «νταή» και του «ό,τι θέλω το διεκδικώ και το παίρνω» είναι μια επικίνδυνη θεώρηση που θυμίζει άλλες, σκοτεινές εποχές. Τέτοιου είδους αναθεωρητικές και επεκτατικές συμπεριφορές, όπως επίσης οι απειλές και οι πιέσεις σε κυρίαρχα κράτη, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές και μας βρίσκουν κάθετα απέναντι.

Για την Ελλάδα, η προσήλωση στο Διεθνές Δίκαιο δεν είναι απλώς ένα σύνθημα. Είναι όρος που πρέπει να τηρείται απαρέγκλιτα, με δεδομένο ότι βρισκόμαστε σε μια περιοχή γεωπολιτικών εντάσεων, με έναν γείτονα που κινείται σε πρακτικές αμφισβήτησης κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Σε αυτό το πλαίσιο, η στάση της ελληνικής κυβέρνησης απέναντι στο ζήτημα της Βενεζουέλας υπήρξε προβληματική. Η αρχική αναβλητική, υποστηρικτική στην ουσία, στάση του Έλληνα Πρωθυπουργού, ακόμη κι αν αργότερα επιχειρήθηκαν διορθώσεις, συνιστά λάθος και αλλαγή της πάγιας θέσης της χώρας μας. Σε κάθε περίπτωση, οι εκ των υστέρων δικαιολογίες, όπως «ο Πρωθυπουργός δεν είχε πλήρη εικόνα» είναι επικίνδυνα αφελείς και στερούνται σοβαρότητας. Η ειρήνη, η ασφάλεια και τα εθνικά μας συμφέροντα επιβάλλουν πάντα ξεκάθαρη στάση υπέρ των διεθνών κανόνων και της ενίσχυσης των διεθνών οργανισμών.

Αποφασιστική πρέπει να είναι και η στάση της Ευρώπης, ιδίως όταν απειλές, όπως αυτές του Τραμπ, στρέφονται εναντίον ευρωπαϊκής χώρας. Δεν χωρούν γκρίζες ζώνες. Η Ευρώπη οφείλει να απαντά στις προκλήσεις με μια ενιαία φωνή, με σεβασμό στη διεθνή νομιμότητα και στον ρόλο του ΟΗΕ. Ακόμη και ένα ψήγμα ανοχής μπορεί να είναι οδυνηρό για τα δικά μας συμφέροντα, τη στιγμή, μάλιστα, που έχουμε ανοιχτό το ζήτημα της κατοχής στην Κύπρο.

Υπό αυτές τις συνθήκες ο ΟΗΕ, ως θεματοφύλακας της τήρησης του Διεθνούς Δικαίου, πρέπει να ενισχυθεί και όχι να απαξιωθεί. Έχουμε ανάγκη από ισχυρούς διεθνείς οργανισμούς, έναν ισχυρό ΟΗΕ που θα διασφαλίζει την ειρήνη, σε συνεργασία με μια περισσότερο αποφασιστική Ευρώπη. Στη βάση αυτή, χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι δεν μπορεί να υπάρξει βιώσιμη λύση στη Γάζα εκτός Συμβούλιου Ασφαλείας του ΟΗΕ και των διεθνών κανόνων.

Μπροστά σε έναν κόσμο που αλλάζει επικίνδυνα, δεν έχουμε την πολυτέλεια της σιωπής, των ίσων αποστάσεων ή της επιλεκτικής εφαρμογής του Διεθνούς Δικαίου. Κάθε υποχώρηση αρχών στο διεθνές σκηνικό επιστρέφει ως απειλή στο εθνικό επίπεδο. Η Ελλάδα οφείλει να έχει ενεργό και όχι παθητικό ρόλο. Να μιλά καθαρά, να πρωτοστατεί σε πρωτοβουλίες ειρήνης και να πιέζει για μια πραγματικά ενιαία και αξιόπιστη ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική. Πρέπει να είμαστε υπέρ μιας Ευρώπης που υπερασπίζεται τα σύνορά της, τα κυριαρχικά δικαιώματα και τους διεθνείς κανόνες, χωρίς εξαιρέσεις και «εκπτώσεις».

Αυτός είναι ο δρόμος που διασφαλίζει τα συμφέροντα της χώρας μας: η σταθερή προσήλωση στη διεθνή νομιμότητα, και η απόρριψη κάθε αναθεωρητικής και επεκτατικής λογικής.

Η Ελλάδα πρέπει να είναι δύναμη ειρήνης και παράγοντας σταθερότητας. Όχι ουραγός των εξελίξεων, αλλά παρούσα με φωνή, με σχέδιο και συνέπεια. Η πυξίδα μας πρέπει να είναι ξεκάθαρη: ενεργητική εξωτερική πολιτική, Διεθνές Δίκαιο, ειρήνη, συνεργασία και συλλογική ασφάλεια. Γιατί σε μια διεθνή πραγματικότητα που το δίκαιο αμφισβητείται ολοένα και περισσότερο, η υπεράσπισή του είναι η πλέον πατριωτική επιλογή.