Συνέντευξη του Γραμματέα της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Διονύση Καλαματιανού, στο περιοδικό «Ανάπτυξη» του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών.

Πώς εκτιμάτε ότι μια ενδεχόμενη κλιμάκωση του πολέμου με το Ιράν θα επηρεάσει την ελληνική οικονομία;

Ήδη βλέπουμε τις δυσμενείς συνέπειες, που θα ενταθούν περαιτέρω σε ενδεχόμενη κλιμάκωση του πολέμου. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το αυξημένο κόστος παραγωγής και μετακίνησης και αυτό μεταφράζεται σε νέο κύμα ακρίβειας για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Επιπτώσεις υπάρχουν και για τη ναυτιλία, με καθυστερήσεις, ακριβότερες εισαγωγές και πιέσεις στις εξαγωγές. Επίσης, η ευρύτερη γεωπολιτική αστάθεια στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τις ταξιδιωτικές ροές στην Ελλάδα, ιδιαίτερα από κράτη εκτός Ευρώπης. Μπροστά σε όλα αυτά, δεν πρέπει να μείνουμε παθητικοί παρατηρητές. Χρειάζεται ενεργή εξωτερική πολιτική και ένα αποτελεσματικό σχέδιο προστασίας της κοινωνίας και της οικονομίας προκειμένου να έχει ανθεκτικότητα η χώρα.

Κρίνετε ως επαρκή τα μέτρα της κυβέρνησης για την ενεργειακή κρίση;

Τα μέτρα που ανακοίνωσε ο Πρωθυπουργός δεν μπορούν να καλύψουν τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας και της οικονομίας. Πρόκειται για αποσπασματικές παρεμβάσεις, στο πλαίσιο προσωρινών επιδοτήσεων, που λειτουργούν περισσότερο ως «ασπιρίνες» παρά ως ουσιαστική στήριξη. Αυτό, σε καμία περίπτωση δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα στον πυρήνα του με δεδομένο ότι τα υπερκέρδη των ολιγοπωλίων δεν αγγίζονται, η αισχροκέρδεια συνεχίζει να υφίσταται και οι υπέρογκοι έμμεσοι φόροι δεν μειώνονται. Την ίδια στιγμή, παρατηρούμε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Αυστρία, η Ιταλία, η Πορτογαλία και η Ισπανία, να προχωρούν σε αποφασιστικές παρεμβάσεις για την ανακούφιση των πολιτών τους, όπως μείωση φόρων. Δυστυχώς, η ελληνική κυβέρνηση επιμένει σε περιορισμένες και ανεπαρκείς πολιτικές, εμμένοντας, παράλληλα, στη δημιουργία υπερπλεονασμάτων σε βάρος της κοινωνίας και της οικονομίας που υποφέρουν.

Μια από τις θέσεις σας για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης είναι η μείωση του ΕΦΚ στα καύσιμα. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι μια μείωση της τάξης του 20% μεταφράζεται σε απώλειες, μαζί με το ΦΠΑ που επιβάλλεται στο σύνολο της τιμής, περίπου 100 εκατ. ευρώ τον μήνα. Σε ένα περιβάλλον όπου δεν υπάρχει ευρωπαϊκή «ομπρέλα» ευελιξίας, η κυβέρνηση θεωρεί το ποσό αυτό δύσκολα διαχειρίσιμο. Έχετε διαφορετική άποψη;

Το κόστος της μείωσης του ΕΦΚ στα καύσιμα για δύο μήνες που προτείνουμε, αποτιμάται  περίπου στα 225 εκατ. ευρώ. Από την άλλη, η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι  για το δίμηνο Απριλίου-Μαΐου έχει προβλέψει μέτρα δημοσιονομικού κόστους περίπου 300 εκατ. ευρώ για την αντιμετώπιση της αύξησης των τιμών στα καύσιμα. Βέβαια, τα μέτρα που αφορούν άμεσα τον πολίτη δεν είναι 300 εκατ., αλλά περίπου τα μισά αφού τα υπόλοιπα πηγαίνουν σε διυλιστήρια και ακτοπλοϊκές εταιρείες. Επίσης, με την πρότασή μας οι πολίτες θα δουν μεγαλύτερη μείωση των εξόδων τους για καύσιμα ανά μήνα, σε σχέση με αυτή των μέτρων της κυβέρνησης.  Ουσιαστικά, αυτό που κάνει η κυβέρνηση είναι να επιδοτεί την ακρίβεια αντί να τη μειώνει. Δεν παρεμβαίνει στα δομικά μέρη της τιμής (π.χ. φόροι) και επιλέγει να δίνει ανεπαρκή επιδόματα. Αντίθετα, άλλες χώρες -όπως προαναφέραμε- προχωρούν στη μείωση έμμεσων φόρων (ΕΦΚ και ΦΠΑ) στα καύσιμα. Επιμένουμε ότι υπάρχει η δυνατότητα να στηριχθεί ουσιαστικά η ελληνική κοινωνία και οικονομία. Στην κατεύθυνση αυτή λαμβάνουμε υπόψη και τα 12 δισ. πλεόνασμα για το 2025, από τα οποία τα μισά (6 δισ.) αποτελούν υπερπλεόνασμα, δηλαδή πάνω από τους στόχους και τις δεσμεύσεις του προϋπολογισμού.

Πιστεύετε ότι τα μέτρα για την αντιμετώπιση της ακρίβειας είναι επαρκή ή απαιτούνται πιο παρεμβατικές πολιτικές; Υπάρχουν κατά τη γνώμη σας μέτρα που θα άλλαζαν άμεσα την κατάσταση;

Είναι ξεκάθαρο ότι τα μέτρα που εφαρμόζονται, δεν επαρκούν. Ουσιαστικά, αυτό που κάνει η κυβέρνηση είναι να επιμένει σε επικοινωνιακές κινήσεις εντυπωσιασμού, αντί να στηρίξει ουσιαστικά την κοινωνία και την πραγματική οικονομία. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι η κυβερνητική πολιτική  δεν παρεμβαίνει εκεί που γεννιέται η ακρίβεια. Εμείς, έχουμε καταθέσει τροπολογίες με συγκεκριμένες και κοστολογημένες προτάσεις που στοχεύουν στην καρδιά του προβλήματος. Μιλάμε για μείωση του ΕΦΚ στα καύσιμα, μηδενισμό του ΦΠΑ σε βασικά αγαθά και μείωση του ΦΠΑ στα νησιά, επιβολή ανώτατου περιθωρίου κέρδους στη διύλιση πετρελαίου, όπως επίσης και για ανώτατο περιθώριο κέρδους σε τρόφιμα, βιομηχανικά αγαθά και αγροεφόδια. Παράλληλα, χρειάζονται αυστηροί έλεγχοι και κυρώσεις. Δεν μπορεί να συνεχίζεται μια κατάσταση όπου τα ολιγοπώλια και τα καρτέλ αποκομίζουν υπερκέρδη σε βάρος των πολιτών.

Μιλάτε για αποτυχία της κυβερνητικής πολιτικής, όμως, τα βασικά μακροοικονομικά μεγέθη δείχνουν ανάπτυξη. Πού ακριβώς «κρύβεται» η κρίση;

Η κρίση δεν «κρύβεται». Τη βιώνει καθημερινά η κοινωνία, με τους μισθούς και τις συντάξεις να τελειώνουν στα μισά του μήνα, την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών να συνθλίβεται, το ιδιωτικό χρέος να γιγαντώνεται, τις επιχειρήσεις να στερούνται ρευστότητας και να αποκλείονται από τα χρηματοδοτικά εργαλεία. Την ίδια στιγμή, η στεγαστική κρίση έχει μετατραπεί σε εφιάλτη, με πάνω από το 1/3 του εισοδήματος να καταλήγει στο ενοίκιο. Αυτή είναι η πραγματική εικόνα της οικονομίας μας σήμερα, με τις ανισότητες και τη φτώχεια να διευρύνονται ολοένα και πιο πολύ. Επομένως, η όποια «ανάπτυξη» επικαλείται η κυβέρνηση αφενός είναι χωρίς κοινωνικό αντίκρισμα, αφετέρου αφορά λίγους.

Το τραπεζικό σύστημα κατηγορείται ότι δε διοχετεύει ρευστότητα. Μιλάμε για πολιτική επιλογή ή για δομικό πρόβλημα της οικονομίας;

Οι τράπεζες στην Ελλάδα έχουν ανακεφαλαιοποιηθεί πολλές φορές με χρήματα όλων μας και οφείλουν να επιστρέφουν αξία στην πραγματική οικονομία. Αντί για αυτό, διαπιστώνουμε ότι καταγράφουν υπερκέρδη και δεν διοχετεύουν ρευστότητα στην πραγματική οικονομία. Με λίγα λόγια, η χωρίς έλεγχο κερδοφορία των τραπεζών συνεχίζεται και αυτό είναι ευθύνη της κυβέρνησης. Εδώ, έχουμε να κάνουμε με μια ξεκάθαρη πολιτική επιλογή: η κυβέρνηση έχει επιλέξει να αφήσει ανεξέλεγκτο το τραπεζικό σύστημα, χωρίς ουσιαστικά εργαλεία πίεσης για να κατευθυνθεί ρευστότητα εκεί που είναι απαραίτητη: στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, στην καινοτομία, στην περιφέρεια. Εμείς πιστεύουμε ότι η ρευστότητα είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη δίκαιη ανάπτυξη και δεν πρέπει να είναι προνόμιο των λίγων και ισχυρών.

Τι προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ για την ενίσχυση της ρευστότητας στην αγορά;

Χωρίς επαρκή ρευστότητα, καμία επιχείρηση δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια της, πόσο μάλλον να αναπτυχθεί. Εμείς καταθέτουμε ένα συνεκτικό σχέδιο. Διατυπώνουμε συγκεκριμένα μέτρα, όπως την καθιέρωση ακατάσχετου επαγγελματικού λογαριασμού, ώστε οι επιχειρήσεις να μπορούν να λειτουργούν με ασφάλεια και να καλύπτουν βασικές υποχρεώσεις χωρίς τον φόβο δεσμεύσεων. Επίσης, στηρίζουμε την ενίσχυση του θεσμού των μικροπιστώσεων -που μπορεί να δώσει προοπτική και δυνατότητες σε νέους ανθρώπους που θέλουν να δραστηριοποιηθούν- και την ισχυροποίηση της Αναπτυξιακής Τράπεζας και των Συνεταιριστικών Τραπεζών. Παράλληλα, προτείνουμε τη δημιουργία Εθνικού Ταμείου Ανάκαμψης για επενδύσεις καινοτόμων μικρομεσαίων επιχειρήσεων και επιχειρήσεων της συνεργασίας, δίνοντας έμφαση στην αποκέντρωση, στην καινοτομία, στον πράσινο και ψηφιακό μετασχηματισμό. Η δική μας πρόταση είναι ξεκάθαρη: δίκαιη πρόσβαση στη χρηματοδότηση για όλους, όχι για λίγους.

Ποιες είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν σήμερα οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ελλάδα;

Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις λειτουργούν εντός ενός ασφυκτικού περιβάλλοντος. Πρώτα και κύρια, το κόστος λειτουργίας -ενέργεια, ενοίκια, πρώτες ύλες- έχει εκτιναχθεί. Παράλληλα, η περιορισμένη πρόσβαση στη χρηματοδότηση παραμένει ένα τεράστιο εμπόδιο. Την ίδια στιγμή, τα χρέη αυξάνονται διαρκώς, ενώ η φορολόγηση είναι δυσβάστακτη. Για όλα αυτά πρέπει να υπάρξουν απαντήσεις. Αναφέρθηκα προηγουμένως στα ζητήματα της ρευστότητας και του λειτουργικού κόστους (ακρίβεια), επισημαίνοντας συγκεκριμένες παρεμβάσεις που μπορούν να δώσουν λύσεις. Για το ζήτημα του ιδιωτικού χρέους, προτείνουμε μια νέα ρύθμιση 120 δόσεων με διαγραφή τόκων, προσαυξήσεων και κεφαλαίου κατά περίπτωση, με άμεση αποδέσμευση λογαριασμών. Παράλληλα, πρέπει να θεσπιστεί η προστασία της πρώτης κατοικίας, της επαγγελματικής στέγης και της αγροτικής γης. Σε ότι αφορά τη φορολόγηση, είναι απαραίτητη η κατάργηση της τεκμαρτής φορολόγησης και η θέσπιση ενός δίκαιου και προοδευτικού φορολογικού συστήματος, με μείωση της προκαταβολής φόρου στο μισό για όλους καθώς και αύξηση του ορίου τζίρου για ένταξη στο ειδικό καθεστώς μικρών επιχειρήσεων του ΦΠΑ από 10.000 σε 30.000 ευρώ.